• Menu
  • Menu
Croatia castles

Roadtrip στα Βαλκάνια

Roadtrip στα Βαλκάνια! Ήταν ένα όνειρο για εμάς, που ξεκίνησε από την ιδέα να περάσουμε το καλοκαίρι μας στις Δαλματικές Ακτές. Το αρχικό πλάνο ήταν να πάμε αεροπορικώς ως συνήθως. Τελικά, η ιδέα αυτή εξελίχθηκε σε κάτι πολύ πιο περιπετειώδες! Αφού λοιπόν εξασφαλίσαμε κοινές μέρες καλοκαιρινή άδεια από τις δουλειές μας, βάλαμε μπρος για το roadtrip που τόσο ανυπομονούσαμε.

Κάθε στάση που κάναμε στο roadtrip, αλλά και οι διαδρομές που ακολουθήσαμε μας γέμισαν με υπέροχες εικόνες, τοπία και εμπειρίες που δεν θα μπορούσαμε να τις αποκτήσουμε ταξιδεύοντας με άλλο τρόπο.

Στο παρακάτω άρθρο μας θα αναλύσουμε όλη την εμπειρία του roadtrip. Από την αφετηρία μας στην Αθήνα μέχρι και τον γυρισμό, με κάθε λεπτομέρεια. Ελπίζουμε να σας παρακινήσουμε έτσι ώστε να ζήσετε μια ανάλογη εμπειρία σαν αυτή και εσείς.

Τι να κάνω και τι θα χρειαστώ

  • Αστυνομική ταυτότητα νέας έκδοσης με λατινικούς χαρακτήρες, ή αλλιώς έγκυρο διαβατήριο
  • Δίπλωμα
  • Πράσινη κάρτα, ένα έγγραφο που το εκδίδουν οι ασφαλιστικές εταιρείες δωρεάν.
  • Επειδή τα χιλιόμετρα θα ήταν κάτι χιλιάδες, εξασφαλίσαμε από το σπίτι μας, αλλά και από στάσεις που κάναμε αρκετά σνακ. Μπισκότα, μπάρες, φρούτα και άλλες μικρολιχουδιές ήταν πιστοί σύντροφοι σε όλη αυτή την προσπάθεια.
  • Απαραίτητο όμως στοιχείο για τις τόσες ώρες στον δρόμο είναι η μουσική. Είχαμε φτιάξει την κατάλληλη playlist, με τραγούδια που μας κράτησαν παρέα στις διαδρομές αυτές.
  • Ένας ακόμα υπολογισμός που έγινε πριν ξεκινήσουμε ήταν τα έξοδα της βενζίνης και των διοδίων. Η βενζίνη στις χώρες των Βαλκανίων ήταν αρκετά φτηνότερη από την δική μας, και κυμαινόταν από 1,20€/λίτρο ακόμα και 1€/λίτρο (προ αυξήσεων τότε!). Όσον αφορά τα διόδια, τα μόνα που είχαμε υπολογίσει ήταν τα ελληνικά που ήμασταν σίγουροι για τις τιμές. Για τα κόστη διοδίων στις γειτονικές χώρες είχαμε βρει ανάλογες πληροφορίες από αντίστοιχα άρθρα της εκάστοτε χώρας.
  • Είχαμε δημιουργήσει ένα πλάνο με τις επιμέρους στάσεις, πόλεις, σημεία ενδιαφέροντος, χιλιομετρικές αποστάσεις και όλα τα συναφή χαρακτηριστικά του roadtrip. Καλό θα είναι να έχετε ένα ανάλογο πλάνο για να μην ξεφύγετε πολύ εκτός “σχεδίου” ιδίως αν δεν υπάρχουν πολλές διαθέσιμες μέρες.
  • Τα δεδομένα για σύνδεση στο διαδίκτυο δεν θα είναι διαθέσιμα παντού και κοστίζουν. Για αυτή την περίπτωση καλό είναι πριν το ταξίδι σας να κατεβάσετε τους χάρτες εκτός σύνδεσης της Google, για όλες τις περιοχές που σκοπεύετε να περάσετε. Μπορείτε επίσης να κατεβάσετε κάποιο εναλλακτικό offline app για πλοήγηση, σε περίπτωση που κολλήσουν οι πρώτοι χάρτες.

Ημέρα 1 η & 2 η (Αθήνα – Γιάννενα, 406 χλμ)

Η πρώτη μέρα του roadtrip ξεκίνησε από την Αθήνα που μένουμε. Αφού φορτώσαμε το αυτοκίνητο με βαλίτσες και τα απαραίτητα για το ταξίδι, ξεκινήσαμε για το χωριό του Στράτου, τους Βαργιάδες. Πρόκειται για ένα μικρό και γραφικό χωριό πριν τα Γιάννενα, στο οποίο μείναμε το πρώτο βράδυ.
Η διαμονή μας στο ήσυχο αυτό χωριό, σε συνδυασμό με τις χαλαρωτικές οικογενειακές στιγμές μας έδωσε την ευκαιρία να αποφορτιστούμε από τους ρυθμούς της πόλης και να πάρουμε δυνάμεις για το ταξίδι που μας περίμενε.

Την δεύτερη μέρα, αποφασίσαμε να επισκεφτούμε την πόλη των Ιωαννίνων. Περιπλανηθήκαμε στις όχθες της λίμνης Παμβώτιδας απολαύσαμε τον καφέ μας με θέα τα γκριζοπράσινα νερά της και περπατήσαμε στο εσωτερικό του κάστρου. Γυρίσαμε στο χωριό την ώρα του μεσημεριανού και μείναμε εκεί μέχρι το επόμενο πρωί όπου θα αναχωρούσαμε ξανά.

Ημέρα 3 η (Γιάννενα – Αλβανία, 350 χλμ)

Μιας και μας είχαν ενημερώσει ότι στα σύνορα της Κακαβιάς θα συναντούσαμε κίνηση, ειδικά την περίοδο που θα πηγαίναμε (εβδομάδα 15Αύγουστου), ξεκινήσαμε πολύ νωρίς το πρωί από τους Βαργιάδες. Στην διαδρομή μέχρι τα σύνορα, απολαύσαμε την εξοχή και χορτάσαμε να βλέπουμε πράσινο.
Ωστόσο, κάποια χιλιόμετρα πριν τα σύνορα συναντήσαμε ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, με τους επιβάτες στον δρόμο, οι οποίοι απλά περίμεναν να προχωρήσει η ουρά. Έχοντας τα απαραίτητα έγγραφα έτοιμα (Α.Τ. και πράσινη κάρτα για το αυτοκίνητο), δεν είχαμε παρά να περιμένουμε. Μετά από 3 ώρες και κάτι (!), ήρθε η σειρά μας. Δείξαμε τα έγγραφά μας και μπήκαμε στην Αλβανία με προορισμό τα Τίρανα.

Κατά την είσοδο μας στην χώρα κοντά στα σύνορα, για κάποια χιλιόμετρα βλέπαμε ελληνικές ονομασίες χωριών, όπως το Αργυρόκαστρο (Gjirokaster). Η πρώτη εικόνα πρόσδιδε κάτι από φτώχεια και εγκατάλειψη στους δρόμους της Αλβανίας. Κάτι που μας έριξε και λίγο το ηθικό όσον αφορά την περαιτέρω εξερεύνησης της χώρας. Επίσης, δυσκολευτήκαμε (ίσως επειδή δεν το έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα) με τα όρια ταχύτητας, τα οποία ήταν σε πολλά σημεία πολύ χαμηλά και δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε με την ταχύτητα που θέλαμε. Αντίστοιχα μια θετική εικόνα ήταν ότι υπήρχαν αρκετά περιπολικά ανά διαστήματα. Έκαναν ελέγχους και διατηρούσαν την τάξη και τον περιορισμό ταχύτητας στα επιτρεπτά όρια, κάτι αντίστοιχα πιο σπάνιο για τα δικά μας δεδομένα.

Ένα επίσης στοιχείο που μας δυσκόλεψε το ταξίδι, ήταν οι δρόμοι της Αλβανίας. Στα περισσότερα σημεία της διαδρομής περιμέναμε μεγάλους επαρχιακούς δρόμους. Ωστόσο, αυτό που συναντήσαμε ήταν δρόμους με μία λωρίδα, με αποτέλεσμα μεγάλη κυκλοφοριακή συμφόρηση που μας έβγαλε λίγο εκτός προγράμματος. Αυτό άλλαξε στην συνέχεια πλησιάζοντας σε κεντρικές πόλεις. Το οδικό δίκτυο έδειχνε να καλυτερεύει και φτάνοντας στα Τίρανα μπήκαμε σε αυτοκινητόδρομο. Αφού λοιπόν μεταφερθήκαμε σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους, με φανάρια, λωρίδες και πινακίδες, αντιληφθήκαμε ότι τα Τίρανα είναι μία πόλη καινούρια, με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και πολλά καταπράσινα πάρκα. Πρόκειται για μία πόλη που έχει φτιαχτεί τα τελευταία χρόνια σχεδόν από το μηδέν.

Φτάσαμε στο ξενοδοχείο μας σε κεντρικό σημείο των Τιράνων, το Arber Hotel (4 αστέρων – 40€/βράδυ). Αφήσαμε τα πράγματά μας, και βγήκαμε να περπατήσουμε στην πρωτεύουσα της χώρας. Κατευθυνόμενοι προς την γειτονιά Blokku, περάσαμε από την γνωστή πλατεία Σκεντέρμπεη (Skanderbeg). Μια μεγάλη κεντρική πλατεία, με το εμβληματικό άγαλμα του Γεωργίου Καστριώτη (εθνικό ήρωα της Αλβανίας). Άλλα κτίρια που είδαμε ήταν της όπερας και το Έτχεμ Μπέη τζαμί. Φτάσαμε στην πιο νεανική γειτονιά του Blokku, όπου είχαμε πολλές επιλογές για καφέ, γλυκό και φαγητό, αλλά και για ποτό. Καθήσαμε σε ένα πολύ όμορφο μαγαζί που μας είχαν συστήσει, το Cioccolatitaliani, και αφού φάγαμε, περιπλανηθήκαμε στα πάρκα των Τιράνων.

Μας έκανε εντύπωση η ελληνική, αλλά και η ιταλική επιρροή. Μπορούσαμε να συνεννοηθούμε στα ελληνικά με αρκετά άτομα τα οποία συναντήσαμε, τόσο στο σέρβις των μαγαζιών όσο και έξω στην πόλη όταν μας άκουγαν να μιλάμε Ελληνικά. Είδαμε πολλές Ελλληνικές τράπεζες και ίδια φαγητά όπως το σουβλάκι. Επίσης, εντύπωση μας έκανε ότι πριν το 1990 δεν υπήρχαν αυτοκίνητα στην χώρα. Για αυτόν τον λόγο η οδική συμπεριφορά ήταν λίγο περίεργη. Πιο συγκεκριμένα, σχεδόν κανείς δεν σταματούσε στο κόκκινο, το φλας δεν το άνοιγαν ποτέ και οι ελιγμοί ήταν επικίνδυνοι, ωστόσο δεν είδαμε κάπο ατύχημα να λαμβάνει χώρα. Επίσης εντύπωση μας έκανε το ότι είδαμε να κυκλοφορούν πολλές Mercedes, Range Rover και γενικότερα σχετικά ακριβά και καινούρια αυτοκίνητα.

Το άγαλμα του Σκεντέρ Μπέη κατά την διάρκεια του roadtrip στα Βαλκάνια
Το άγαλμα του Σκεντέρ Μπέη στα Τίρανα

Ημέρα 4 η (Τίρανα – Κότορ – Ντουμπρόβνικ, 294 χλμ)

Αποχαιρετήσαμε τα Τίρανα και ξεκινήσαμε νωρίς το πρωί για την παραθαλάσσια και ίσως την πιο όμορφη πόλη στο Μαυροβούνιο, το Κότορ. Περιπλανηθήκαμε γύρω από τα τείχη του κάστρου με τα πλακόστρωτα μονοπάτια και χαζέψαμε την θέα στην μαρίνα με τα πολυτελή γιότ και κρουαζιερόπλοια. Η στάση στην Κότορ ήταν ότι χρειαζόμασταν για να φάμε, να ξεκουραστούμε και να μπούμε πάλι στο αυτοκίνητο με προορισμό αυτήν την φορά το Ντουμπρόβνικ.

Στην διαδρομή περάσαμε από πολλές παραθαλάσσιες τουριστικές πόλεις, πετύχαμε αρκετή κίνηση αλλά στο τέλος αντικρίσαμε από μακριά τα επιβλητικά τείχη της πόλης. Φτάνοντας νωρίς το απόγευμα, αφήσαμε τα πράγματά μας στο δωμάτιο που είχαμε κλείσει, Guest House Nikolina (88€/βράδυ), το οποίο ήταν σε σχετικά κοντινή απόσταση από το κάστρο. Το κομμάτι της διαμονής στο Ντουμπρόβνικ συγκριτικά με άλλες πόλεις της Κροατίας ήταν σχετικά ακριβό, εκμεταλλευόμενοι την φήμη που έχει αποκτήσει το μέρος.

Το Ντουμπρόβνικ πολλοί το γνωρίζουν από την γνωστή σειρά Game of Thrones, όπου εκεί γυρίστηκαν πολλές σημαδιακές σκηνές και το κάστρο ήταν το αντίστοιχο KIng’s Landing. Για εμάς ήταν από τις πιο όμορφες γραφικές μεσαιωνικές πόλεις που έχουμε επισκεφτεί. Το μόνο αρνητικό λόγω εποχής ήταν η πολύ υγρασία που συναντήσαμε και οι υψηλές θερμοκρασίες. Τα κτίρια λευκά με πορτοκαλί κεραμίδια, τα επιβλητικά τείχη που υψώνονται στην άκρη της θάλασσας και ο κοσμοπολίτικος αέρας μας έκαναν να λατρέψουμε κάθε στιγμή που περάσαμε εκεί.

Στο μόνο που δεν σταθήκαμε τυχεροί, ήταν όταν θελήσαμε να ανέβουμε στα τείχη και να κάνουμε το αντίστοιχο τουρ. Στην είσοδο δέχονται μόνο τα δικά τους νομίσματα, ενώ στην υπόλοιπη πόλη δέχονται και ευρώ, και δυστυχώς δεν είχαμε μαζί μας.
Μέσα στα τείχη του κάστρου, περπατήσαμε στα λιθόστρωτα σοκάκια και αγοράσαμε σουβενίρ για οικογένειές και φίλους. Συναντήσαμε το πελώριο σιντριβάνι του Ονούφριου, όπου γεμίσαμε τα μπουκάλια μας. Επισκεφθήκαμε ένα ακόμη μαγαζί μέσα στα τείχη που μας τράβηξε την προσοχή. Ήταν το Captain Candy, το οποίο αν και λίγο ακριβό είχε τεράστια ποικιλία από γλυκά και καραμέλες. Το βράδυ απολαύσαμε τον νυχτερινό μας περίπατο έξω από τα τείχη, είδαμε άλλες ομορφιές και σημεία ενδιαφέροντος της πόλης και δοκιμάσαμε τοπικές γεύσεις που λόγω τοποθεσίας είχαν να κάνουν με θαλασσινή κουζίνα.

Πέρασμα από το Ντουμπρόβνικ κατά την διάρκεια του roadtrip
Η θέα στην παλιά πόλη του Ντουμπρόβνικ από το Panorama Restaurant

Ημέρα 5 η & 6 η (Ντουμπρόβνικ – Σπλιτ, 230 χλμ)

Ξυπνήσαμε νωρίς και ανεβήκαμε στο Panorama Restaurant στο Ντουμπρόβνικ. Οι επιλογές μας για να ανέβουμε στον λόφο αυτόν και να δούμε την μαγευτική θέα ήταν 2. Με το τελεφερίκ ή από τον δρόμο με το αυτοκίνητο. Εμείς αποφασίσαμε να ανέβουμε με το αυτοκίνητο μιας και το είχαμε διαθέσιμο, αλλά προτείνουμε για μια πιο ξεχωριστή βόλτα να επιλέξετε το τελεφερίκ.
Η θέα της Αδριατικής με τα νησιά της μαζί με τα ζεστά χρώματα της παλιάς πόλης μέσα στα τείχη, είναι ασυναγώνιστη. Απολαύσαμε το πρωινό μας με το Ντουμπρόβνικ πιάτο μπροστά μας, βγάλαμε πολλές φωτογραφίες και μπήκαμε στο αυτοκίνητο για να αποχωριστούμε την πόλη του Ντουμπρόβνικ, συνεχίζοντας το roadtrip μας, με κατεύθυνση αυτή την φορά το Σπλιτ. Πόλη που ιδρύθηκε από Έλληνες αποίκους και αποτελεί το δεύτερο πιο σημαντικό λιμάνι της Κροατίας.

Φτάνοντας, μας υποδέχτηκε ο σπιτονοικοκύρης του Airbnb και αφού βολέψαμε τα πράγματά μας, ετοιμαστήκαμε για το πρώτο μας μπάνιο στην παραλία Bacvice. Η αμμώδης αυτή παραλία έχει πολλές επιλογές, από καφετέριες, εστιατόρια, θαλάσσια σπορ μέχρι και κλαμπ.
Μετά την παραλία περπατήσαμε προς την παλιά πόλη του Σπλιτ. Η πόλη μας θύμισε πολύ τις δικές μας τουριστικές παραθαλάσσιες πόλεις με την διαφορά τα επιβλητικά απομεινάρια του Ρωμαϊκού παλατιού του Διοκλητιανού.

Μέσα στα τείχη νιώσαμε τους ρυθμούς μιας διαφορετικής πόλης, με τα μικροσκοπικά στενάκια, τις στοές της και διάφορα μαγαζάκια. Χορέψαμε στην Πλατεία του Λαού, όπου το βράδυ η πλατεία μετατρέπεται σε μία μουσική εκδήλωση, διασκεδάζοντας τους τουρίστες με τις μελωδίες της από πλανόδιους μουσικούς ή και από επαγγελματίες από κάποιο μαγαζί. Έτσι και στο παραθαλάσσιο κομμάτι της πόλης, στην Riva, είδαμε πολλές σκηνές με μουσικούς. Υπήρχε μεγάλη περατζάδα από τουρίστες και αρκετούς πλανόδιους από όπου πήραμε τα σουβενίρ μας. Συνεχίσαμε την νυχτερινή μας βόλτα στα γραφικά σοκάκια και βρεθήκαμε στο τουριστικό και επιβλητικό άγαλμα του επισκόπου Grgur Ninski (δυσκολευτήκαμε πολύ να το προφέρουμε), όπου λέγεται ότι το τρίψιμο των δαχτύλων του φέρνει τύχη. Κλείσαμε το βράδυ μας απολαμβάνοντας δροσερά κοκτέιλ σε ένα ατμοσφαιρικό μαγαζί, χωμένο στα στενάκια μέσα στα τείχη, το La Bodega.


Την επόμενη μέρα ετοιμαστήκαμε για την 2 η παραλία που είχαμε στο πρόγραμμα να επισκεφτούμε, την Kasjuni. Πρόκειται για μία παραλία, μέσα σε ύφαλο, γεγονός που την καθιστά ήρεμη με ζεστά νερά. Ίσα που προλάβαμε να βουτήξουμε και ξεκίνησε να μαζεύει σύννεφα, οπότε αποφασίσαμε να βρούμε κάποιο καλό μαγαζί με παραδοσιακό μεσημεριανό για να συνεχίσουμε την μέρα μας.
Το Konova Fetivi, λίγο έξω από την Παλιά Πόλη, ήταν η καλύτερη επιλογή. Η Κροατία είναι γνωστή για τα θαλασσινά πιάτα τους και εμείς τα τιμήσαμε. Δοκιμάσαμε πολλά πιάτα και αυτό που ξεχώρισε ήταν το μαύρο ριζότο (παίρνει το χρώμα από το μελάνι της σουπιάς).

Τριγυρίσαμε μετά στα τείχη του κάστρου, πήραμε παγωτό στο χέρι και καθίσαμε στην Πλατεία του Λαού. Εκεί είναι το Ρολόι της Πόλης. Βρίσκεται στην κορυφή ενός πύργου με γοτθικό ρυθμό και παρέχει στους επισκέπτες του πανοραμική θέα της πόλης.
Λατρέψαμε κάθε γωνία του Σπλιτ. Ζήσαμε τους χαλαρούς ρυθμούς του αλλά και παράλληλα διασκεδάσαμε, χορέψαμε και τραγουδήσαμε.

roadtrip στο Σπλιτ
Το παλάτι του Διοκλητιανού στο Σπλιτ

Ημέρα 7 η (Σπλιτ – Μόσταρ, 169 χλμ)

Αποχαιρετίσαμε και το Σπλιτ και συνεχίσαμε το roadtrip για την επόμενη πόλη, όπου θα μέναμε το βράδυ. Περνώντας τα σύνορα από την Κροατία στην Βοσνία – Εζεργοβίνη, κατευθυνθήκαμε προς το Μόσταρ. Το Μόσταρ, ή αλλιώς φύλακας της γέφυρας, είναι γνωστό για την παλιά γέφυρα Στάρι Μοστ (Stari Most). Η ιστορική σημασία της πόλης αυτής, σε συνδυασμό με την γραφικότητά της και τις τουρκικές επιρροές της, ήταν ο λόγος που θελήσαμε να κάνουμε μία στάση στο ταξίδι μας. Το 1993 η Βοσνία – Ερζεγοβίνη ανακήρυξε την ανεξαρτησία της από την Γιουγκοσλαβία. Στην πόλη έγινε πολιορκία και βομβαρδίστηκε πολλές φορές με αποτέλεσμα να καταστραφούν σημαντικά μνημεία. Ένα από αυτά ήταν η παλιά γέφυρα, η οποία ανοικοδομήθηκε το 2004. Πλέον περιλαμβάνεται στον κατάλογο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Φτάσαμε στο ξενοδοχείο όπου μείναμε και ήταν το, Villa Salvia (33€/βράδυ). Το δωμάτιο ήταν σε απόσταση 5 λεπτών από την Παλιά πόλη. Αφήσαμε τα πράγματά μας και το αυτοκίνητο και βγήκαμε να περιπλανηθούμε με προορισμό την περίφημη γέφυρα. Περνώντας από τα καλντερίμια και τα τουριστικά μαγαζιά, νιώσαμε την φιλοξενία της πόλης καθώς όσους ντόπιους είδαμε ήταν χαμογελαστοί και πρόθυμοι να μας κατατοπίσουν στα σημεία που ενδιαφερόμασταν να επισκεφτούμε.

Καταλάβαμε ότι φτάναμε στην γέφυρα από τους πολλούς τουρίστες που ήταν μαζεμένοι. Στα άκρα της γέφυρας υπάρχουν 2 πύργοι, ο Χελέμπιγια στο βόρεια και ο Τάρα στα νότια. Στον πρώτο πύργο είδαμε ανθρώπους με μαγιό οι οποίοι αργότερα όσο ήμασταν πάνω την γέφυρα ετοιμαζόντουσαν να πηδήξουν. Οι ίδιοι έβγαλαν ανακοίνωση ότι είναι επαγγελματίες και ότι είναι επικίνδυνη η βουτιά από την κορυφή της γέφυρας. Πρόσθεσαν στο τέλος ότι χρειάζονται οικονομική ενίσχυση και περνούσαν με καλαθάκια στον κόσμο για όσους ήθελαν να συνεισφέρουν. Προλάβαμε και κατεβήκαμε κάτω στις όχθες του ποταμιού ώστε να έχουμε καλύτερη εικόνα της εντυπωσιακής βουτιάς, αλλά και γενικά της γέφυρας.

Ύστερα, γυρίσαμε στα στενάκια καθώς ήταν η ώρα του μεσημεριανού. Καθίσαμε στο εστιατόριο Divan, όπου δοκιμάσαμε το παραδοσιακό τους φαγητό. Το Divan είναι ένα εστιατόριο τοποθετημένο στην άκρη του ποταμού, όπου μπαίνοντας μπορείτε να ακούσετε τα νερά να κυλάνε. Το κουβέρ περιλάμβανε τηγανητό ψωμί και παραγγείλαμε γεμιστά λαχανικά, όχι όπως τα δικά μας γεμιστά αλλά με μια συνταγή δικιά τους, τα οποία κατά την άποψή μας ήταν πολύ πιο γευστικά. Ένα ακόμη πιάτο τους που δοκιμάσαμε ήταν τα Dolma, ή αλλιώς ντολμαδάκια αλλά με πιπεριές, και ένα ακόμα ήταν το Cevapi το οποίο είναι σαν μικρά κεμπάπ από αρνί και βοδινό κρέας. Όλα συνοδεύονται με πίτες και πολύ τυρί.


Συναντήσαμε επίσης πολλά μαγαζιά που σέρβιραν Βοσνιακό καφέ στο μπρίκι, όπως εμείς γνωρίζουμε τον τουρκικό καφέ. Ήταν σχεδόν αναμενόμενο να συναντούσαμε τέτοιου είδους παραδοσιακούς καφενέδες, δεδομένου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τις ισλαμικές επιρροές της πόλης θα τις παρατηρήσετε επίσης στα τουριστικά μαγαζιά που πουλούν διάφορα φαναράκια, κεραμικά είδη και παρόμοια αντικείμενα. Όσον αφορά τα ψώνια, μην διστάσετε να κάνετε τις αγορές σας μιας και οι τιμές είναι πολύ ελκυστικές. Ο κεντρικός δρόμος προς την παλιά πόλη είναι γεμάτος με πολλά παραδοσιακά μαγαζάκια που κυριολεκτικά μπορείτε να βρείτε ότι θέλετε.

Βραδιάζοντας, περπατήσαμε στην παλιά πόλη Κουγιουντζιλούκ, αριστερά του ποταμού, ανάμεσα στα πέτρινα σπιτάκια και στα λιθόστρωτα στενάκια. Ήπιαμε το ποτό μας στο μαγαζί Ali – Baba, το οποίο είναι ένα κλαμπ κυριολεκτικά μέσα σε μία σπηλιά(!). Είναι μία ξεχωριστή εμπειρία, οι τιμές είναι πολύ πιο οικονομικές από τα δικά μας δεδομένα στα ποτά (περίπου 5€ το ποτό) και μπορείτε να διασκεδάσετε, χορεύοντας μέσα στα τοιχώματα μίας σπηλιάς.
Αργότερα κατεβήκαμε στην αγορά και μας τράβηξε το ενδιαφέρον ένα μαγαζί όπου συνδυάσαμε μπύρα, πίτσα και ναργιλέ. Ήταν ένα πολύ όμορφο σβήσιμό της ημέρας, αφού είχε γεμίσει το μάτι μας με πανέμορφες εικόνες του Μόσταρ.

Η γέφυρα Στάρι Μοστ στο Μόσταρ

Μέρα 8 η (Μόσταρ – Ποντγκόριτσα, 210 χλμ)

Η Ποντγκόριτσα είναι η πρωτεύουσα του Μαυροβουνίου, μία πόλη που συνεχώς εξελίσσεται με καινούρια κτίρια σύγχρονης αισθητικής να κάνουν την παρουσία τους κάθε μέρα. Για εμάς ήταν η τελευταία στάση του roadtrip μας. Είχαμε κλείσει να μείνουμε σε ένα σπίτι για ένα βράδυ, 10 λεπτά από το κέντρο της πόλης με 17€ το βράδυ.
Μας είχαν προτείνει να φάμε στο φημισμένο Pod Volat. Ένα εστιατόριο με τεράστιες μερίδες αλλά και πάμφθηνα πιάτα της Βαλκανικής κουζίνας. Το εστιατόριο αυτό, πέρα από τις καλές κριτικές από τους ντόπιους, αλλά και τους τουρίστες, φημίζεται και για το καλό κρέας του. Ο λόγος είναι ότι ο ένας από τα δύο αδέρφια που το έχουν, έχει ακόμη και το δικό του κρεοπωλείο.

Για να χωνέψουμε όλο αυτό το φαγητό, περπατήσαμε στην Hercegovačka, τον εμπορικό δρόμο της Ποντγκόριτσας στο κέντρο της πόλης και φτάσαμε στην γέφυρα Millennium. Η γέφυρα Millennium είναι μία καινούριας κατασκευής γέφυρα, ιδιαίτερα εντυπωσιακή και περνάει πάνω από τον ποταμό Morača. Αφού γνωρίσαμε μία παρέα ντόπιων, μας πρότειναν τους καταρράκτες Νιαγάρα του Μαυροβουνίου. Με μεγάλο ενθουσιασμό ξεκινήσαμε για να δούμε το φαινόμενο αυτό (μόνο 5 χλμ από το κέντρο της πόλης). Φτάνοντας όμως είδαμε ότι οι καταρράκτες είχαν στερέψει από νερό, μιας και πήγαμε καλοκαίρι σε περίοδο με υψηλές θερμοκρασίες. Το τοπίο ωστόσο ήταν απίστευτα όμορφο, οι σχηματισμοί που είχαν διαμορφωθεί στον βυθό του ποταμιού σου έκοβαν την ανάσα και καταφέραμε να τραβήξουμε πολύ όμορφες και ξεχωριστές φωτογραφίες.

Οι καταρράκτες Νιαγάρα στην Ποντγκόριτσα.

Μέρα 9 η (Ποντγκόριτσα – Γιάννενα, 479χλμ)

Ήρθε λοιπόν η ώρα της επιστροφής. Αφήσαμε πίσω μας το Μαυροβούνιο, και μπήκαμε στην Αλβανία για δεύτερη φορά. Στην διαδρομή αποφασίσαμε να κάνουμε μία στάση στην λίμνη Σκόδρα. Η λίμνη Σκόδρα είναι η μεγαλύτερη των Βαλκανίων και ενώνει το Μαυροβούνιο και την Αλβανία. Είναι από τους πιο σημαντικούς υγροβιότοπους αγρίων πτηνών και προσφέρει τοπία ηρεμίας και γαλήνης.
Επόμενο πέρασμα με το αυτοκίνητο ήταν η πόλη Φιέρι. Πέσαμε πάνω σε τόση κίνηση, προχωράγαμε σχεδόν σημειωτών και κάναμε σχεδόν 3 ώρες να διασχίσουμε την πόλη. Αφού ξεμπερδέψαμε, σε κάποιον επαρχιακό δρόμο μας σταμάτησε η αστυνομία. Τα όρια ταχύτητας στους δρόμους αυτούς αλλάζουν συνεχώς. Ήμασταν τυχεροί επειδή ο αστυνομικός δεν καταλάβαινε αγγλικά, μάλλον μας λυπήθηκε και μας άφησε να συνεχίσουμε τον δρόμο μας παρόλο που του είπαμε που πηγαίνουμε για να πληρώσουμε το πρόστιμο.

Βίντεο από το roadtrip μας στο Βαλκάνια, μπορείτε να δείτε εδώ.

Απολογισμός

Και έτσι, πλησιάζοντας το χωριό του Στράτου, συνειδητοποιήσαμε ότι το roadtrip μας έφτασε στο τέλος του. Μέσα σε 9 μέρες και κάτι διασχίσαμε περίπου 2.600 χιλιόμετρα, καταφέραμε να δούμε αμέτρητες και διαφορετικές εικόνες. Είδαμε μεσαιωνικά κάστρα, περπατήσαμε σε γραφικά καλντερίμια, φάγαμε βαλκανική κουζίνα και περάσαμε από τόσα όμορφα μέρη που δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Σίγουρα υπήρξαν στιγμές κούρασης και ταλαιπωρίας, αλλά δεν υπήρχε εναλλακτικός τρόπος να συνδυάσουμε τόσα διαφορετικά πράγματα μαζί.

Ότι χρειάζεστε για να οργανώσετε το δικό σας roadtrip, βρείτε το εδώ.

Αφήστε ένα σχόλιο

Το email σας δεν δημοσιεύεται.

2 Σχόλια

© 2020-2022 - All rights reserved | Created with by Crazy Lemon